
Τριήμερο Πρωτομαγιάς: Ειδικές προσφορές για τα Μέλη της ΙΣΟΤΗΤΑΣ
April 14, 2026
Οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας στο έλεος σκοπιμοτήτων
April 21, 2026Η Παγκύπρια Συντεχνία ΙΣΟΤΗΤΑ καταδικάζει απερίφραστα την αναπομπή, από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, του νόμου που θεσπίζει την απαγόρευση τερματισμού των υπηρεσιών των εκπαιδευτικών αορίστου χρόνου για λόγους πλεονασμού. Χαιρετίζει την συντριπτική απόρριψη της αναπομπής από την Ολομέλεια της Βουλής, με 29 ψήφους κατά και 12 υπέρ — απόφαση που υπερασπίζεται τη λαϊκή κυριαρχία, την αρχή της ισότητας και τις διεθνείς υποχρεώσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Βρισκόμαστε ενώπιον της πλέον γυμνής αποκάλυψης μιας συστημικής ανομίας διαρκείας. Η Οδηγία 1999/70/ΕΚ και η προσαρτημένη Συμφωνία-Πλαίσιο αποτυπώνουν μια θεμελιώδη αρχή: ότι οι συμβάσεις αορίστου χρόνου «είναι και θα συνεχίσουν να είναι η γενική μορφή εργασιακών σχέσεων», ενώ οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου αποτελούν εξαίρεση. Η φιλοσοφία της Οδηγίας είναι απλή: κανένας εργαζόμενος ορισμένου χρόνου δεν επιτρέπεται να αντιμετωπίζεται δυσμενέστερα από τον αντίστοιχο αορίστου χρόνου· και καμία πολιτεία δεν επιτρέπεται να καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες μέσω διαδοχικών επισφαλών συμβάσεων ή μέσω υβριδικών κατηγοριών που στερούν δικαιώματα.
Η ορολογία δεν αφήνει καμία περιθωρία παρερμηνείας. Η ρήτρα 3, σημείο 2 της Συμφωνίας-Πλαισίου ορίζει ρητώς ότι ως «αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου» νοείται «ο εργαζόμενος που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου στην ίδια επιχείρηση, και απασχολείται στην ίδια ή παρόμοια εργασία/απασχόληση». Το αυθεντικό αγγλικό κείμενο της Οδηγίας χρησιμοποιεί τον όρο «comparable permanent worker» — δηλαδή αντίστοιχος μόνιμος εργαζόμενος. Ο ίδιος ακριβώς ορισμός μεταφέρθηκε αυτολεξεί στο άρθρο 2 του κυπριακού εναρμονιστικού Ν.98(Ι)/2003. Συνεπώς, υπό το ενωσιακό δίκαιο και υπό τον ίδιο τον κυπριακό νόμο, ο εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου ΕΙΝΑΙ ο «permanent worker» — ο μόνιμος εργαζόμενος — και δικαιούται, από την πρώτη ημέρα της μετατροπής της σύμβασής του, πλήρους και ισότιμης μεταχείρισης με τον μόνιμο δημόσιο υπάλληλο που εκτελεί τα ίδια καθήκοντα. Κάθε περαιτέρω διάκριση εντός της κατηγορίας των εργαζομένων αορίστου χρόνου — μεταξύ «μονίμων» και «αορίστου χρόνου» — είναι νομικό κατασκεύασμα που αντίκειται ευθέως στην Οδηγία.
Η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης — από την Del Cerro Alonso και την Impact, μέχρι τις Rosado Santana, Valenza, Vega González, Ustariz Aróstegui και PG κ. Ministero della Giustizia — δεν αφήνει ίχνος αμφιβολίας: η απαγόρευση διακρίσεων είναι κανόνας δημοσίας τάξεως, με άμεσο αποτέλεσμα, που καλύπτει όλες τις συνθήκες απασχόλησης (αμοιβή, συντάξεις, προαγωγές, αξιολόγηση, προστασία από απόλυση), και που δεν θεραπεύεται από καμία μετατροπή της σύμβασης σε αορίστου. Ειδικά για εργαζομένους που κατέχουν την ίδια θέση πέραν της τετραετίας, το ΔΕΕ απέκλεισε ρητώς κάθε επίκληση «προσωρινού χαρακτήρα».
Αντί ουσιαστικής εναρμόνισης, η Κυπριακή Δημοκρατία κατασκεύασε μία νομοθετική χίμαιρα: έλαβε τον «permanent worker» της Οδηγίας — τον εργαζόμενο που δικαιούται πλήρη ισότιμη μεταχείριση με τον μόνιμο — και τον μετέτρεψε σε ξεχωριστή, ενδιάμεση κατηγορία «Εργοδοτούμενου Αορίστου Χρόνου» που στερείται θεμελιωδών δικαιωμάτων. Ένα υβριδικό πλάσμα που δεν υπάρχει πουθενά στην Οδηγία — αορίστου στη σύμβαση, αλλά προσωρινό στα δικαιώματα. Σήμερα, η αλχημεία αυτή αποκαλύπτεται στην πλέον ακραία εκδοχή της: ενώ ο Νόμος 70(Ι)/2016 απαγορεύει τον πλεονασμό για τους αορίστου χρόνου της Δημόσιας Υπηρεσίας, δεν εφαρμόζεται στη Δημόσια Εκπαιδευτική Υπηρεσία, η οποία διέπεται από αυτοτελή νομοθεσία. Ο εκπαιδευτικός αορίστου χρόνου αδικείται τριπλά: έναντι του μόνιμου συναδέλφου του με τον οποίο είναι — κατά την Οδηγία — εξ ορισμού ισότιμος· έναντι του αορίστου χρόνου της Δημόσιας Υπηρεσίας που τουλάχιστον προστατεύεται από πλεονασμό· και έναντι της ίδιας της ενωσιακής νομιμότητας που, επί είκοσι τρία χρόνια, η πολιτεία αρνείται να τηρήσει. Είναι απολύτως απαράδεκτο το γεγονός ότι, στην κυπριακή Δημοκρατία του 2026, Δημόσιοι Εκπαιδευτικοί Λειτουργοί — που διδάσκουν στην ίδια τάξη παράλληλα με τους μονίμους, με τα ίδια ακαδημαϊκά προσόντα, με υπηρεσία πολλών ετών σε πάγιες ανάγκες — να στερούνται της στοιχειώδους προστασίας από τον πλεονασμό.
Η διαπίστωση αυτή δεν είναι δική μας εκτίμηση. Είναι επίσημη παραδοχή της ίδιας της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, όπως καταγράφεται στα αποστενογραφημένα πρακτικά της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών της 24ης Φεβρουαρίου 2020 — πρακτικά που η ΙΣΟΤΗΤΑ έχει ήδη δημοσιοποιήσει. Ερωτώμενος τότε εάν «από το 2003 εναρμονιστήκαμε μεν αλλά όχι σωστά και αφήσαμε στη νομοθεσία μας τις πρόνοιες που δικαιολογούν την ανισότητα», ο εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα απάντησε ευθέως: «Ακριβώς.» Και ο τότε Πρόεδρος της Επιτροπής Οικονομικών έκλεισε τη συνεδρίαση με την πικρή διαπίστωση: «Κάναμε δεκαεφτά χρόνια για να διορθώσουμε τόσο απλά πράγματα.» Έκτοτε πέρασαν άλλα έξι χρόνια· τα απλά πράγματα παραμένουν αδιόρθωτα, και η σημερινή αναπομπή επιχειρεί να την περιφρουρήσει.
Η στάση αυτή του Προέδρου της Δημοκρατίας καθίσταται ακόμη πιο απαράδεκτη όταν αντιπαρατίθεται με τα όσα ο ίδιος είχε δεσμευθεί προ των εκλογών. Σε γραπτές απαντήσεις προς το ερωτηματολόγιο της Συντεχνίας μας, δεσμεύθηκε ρητά για επίλυση του διαχρονικού προβλήματος των Εργοδοτουμένων Αορίστου Χρόνου· δημοσίως δήλωσε ότι το ζήτημα «θα είναι από τις πρώτες ενέργειες» της κυβέρνησής του. Τον Ιούνιο του 2025, η ΙΣΟΤΗΤΑ απέστειλε στο Προεδρικό πλήρως τεκμηριωμένο υλικό για την υλοποίηση αυτής της δέσμευσης — υλικό που αγνοήθηκε παντελώς. Σήμερα, ο ίδιος Πρόεδρος, αντί να τιμήσει τον λόγο του, επιλέγει την αναπομπή. Αντί για λύση, εμπόδια. Αντί για δικαιοσύνη, νομικισμούς. Αντί για αξιοπρέπεια των εργαζομένων, προδοσία λόγου τιμής. Οι προεκλογικές δεσμεύσεις δεν είναι κοσμητικές· οι εργαζόμενοι τις κρατούν στη μνήμη τους.
Τα επιχειρήματα της αναπομπής καταρρέουν ενώπιον της πρώτης σοβαρής νομικής αντιμετώπισης. Η επίκληση της αντισυνταγματικότητας παραβλέπει το Άρθρο 1Α του Συντάγματος, που κατοχυρώνει την υπεροχή του ενωσιακού δικαίου — όπως η ίδια η Νομική Υπηρεσία ομολόγησε ενώπιον της Βουλής: «ακόμα και αν συνεπάγεται επιβάρυνση του προϋπολογισμού, από τη στιγμή που η Οδηγία είναι πάνω και από το Σύνταγμα… δεν υπάρχει πρόβλημα». Η επίκληση της διάκρισης των εξουσιών αντιστρέφεται: δεν παρεμβαίνει η Βουλή στην Εκτελεστική — η Εκτελεστική, επί είκοσι τρία χρόνια, αρνείται να συμμορφωθεί. Η επίκληση της «ελευθερίας του συμβάλλεσθαι» είναι κενή όταν ο εργοδότης είναι η ίδια η Δημοκρατία και ο εργαζόμενος υπηρέτης της. Η επίκληση της δημοσιονομικής επιβάρυνσης είναι ηθικά απαράδεκτη: η πολιτεία ωφελήθηκε επί δύο δεκαετίες από εργαζομένους με μειωμένα δικαιώματα και ωφελήματα, αλλά με ακέραιες τις ευθύνες και τις υποχρεώσεις· η σημερινή «επιβάρυνση» δεν είναι παρά η αποκατάσταση μακρόχρονης αδικίας.
Η Παγκύπρια Συντεχνία ΙΣΟΤΗΤΑ αξιώνει την άμεση υπογραφή του νόμου από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Αξιώνει την ουσιαστική, πλήρη εναρμόνιση της κυπριακής νομοθεσίας με την Οδηγία 1999/70/ΕΚ, που θα αναγνωρίσει επιτέλους τον εργοδοτούμενο αορίστου χρόνου ως αυτό ακριβώς που είναι — permanent worker, μόνιμος εργαζόμενος με πλήρη δικαιώματα — σε όλους τους τομείς της κρατικής υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένης της εκπαιδευτικής. Αξιώνει την τιμή του προεκλογικού λόγου του Προέδρου. Και δηλώνει απερίφραστα ότι δεν θα υποχωρήσει: θα εξαντλήσει κάθε νομικό μέσο, περιλαμβανομένης της οδού των προδικαστικών παραπομπών στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε η κυπριακή αλχημεία να εξεταστεί τελικώς στο Λουξεμβούργο, όπου — με βεβαιότητα — η Κυπριακή Δημοκρατία θα κληθεί να λογοδοτήσει.
Πίσω από κάθε αναπομπή, πίσω από κάθε νομικισμό, πίσω από κάθε καθυστέρηση, υπάρχουν άνθρωποι. Εκπαιδευτικοί που υπηρετούν τα κυπριακά σχολεία επί σειρά ετών, δίπλα στους μονίμους συναδέλφους τους, αντιμετωπιζόμενοι από την ίδια την πολιτεία που υπηρετούν ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Η αλχημεία των είκοσι τριών χρόνων πρέπει να τελειώσει. Η τριπλή αδικία πρέπει να αρθεί. Οι προεκλογικές δεσμεύσεις πρέπει να τιμηθούν. Και η ρήτρα 4 της Συμφωνίας-Πλαισίου — αυτή η τόσο απλή διατύπωση της αρχής της ισότητας — πρέπει επιτέλους να αναπνεύσει στην κυπριακή έννομη τάξη.




